πάγκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πάγκος οι πάγκοι
      γενική του πάγκου των πάγκων
    αιτιατική τον πάγκο τους πάγκους
     κλητική πάγκε πάγκοι
Παράρτημα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpaŋ.gɔs/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάγκος < μεσαιωνική ελληνική πάγκος, μπάγκος < ιταλική banco

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάγκος αρσενικό και μπάγκος

  1. μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα σε δημόσιους χώρους
  2. μακρόστενη ορθογώνια επιφάνεια σε ύψος κατάλληλο για διάφορες εργασίες όπως πχ. το μαγείρεμα, που γίνονται από όρθια συνήθως θέση
    πάγκος κουζίνας, πάγκος εργασίας
  3. ορθογώνια επιμήκης κατασκευή σε παντοπωλείο ή καφενείο, πίσω από την οποία εργάζεται ο μαγαζάτορας
     συνώνυμα: τεζάκι, (μπουφές)
  4. αβαθής βραχώδης βυθός ή βραχώδης νησίδα που εξέχει λίγο επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας
     συνώνυμα: ξέρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]