πάθηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάθηση παθήσεις
γενική πάθησης
& παθήσεως
παθήσεων
αιτιατική πάθηση παθήσεις
κλητική πάθηση παθήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάθηση < αρχαία ελληνική πάθησις < πάσχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷenth- (πάσχω, υποφέρω) (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική affection)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάθηση θηλυκό

  1. αρρώστια, ασθένεια
  2. η σχετική άσχημη κατάσταση ενός οργανισμού προσβεβλημένου από ασθένεια
  3. (γραμματική) φθογγική μεταβολή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]