πάθηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πάθηση | οι | παθήσεις |
| γενική | της | πάθησης* | των | παθήσεων |
| αιτιατική | την | πάθηση | τις | παθήσεις |
| κλητική | πάθηση | παθήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, παθήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πάθηση < αρχαία ελληνική πάθησις < πάσχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷenth- (πάσχω, υποφέρω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική affection)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πάθηση θηλυκό
- η αρρώστια, η ασθένεια
- η σχετική άσχημη κατάσταση ενός οργανισμού προσβεβλημένου από ασθένεια
- ※ Τα ποντίκια αποτελούν σημαντικούς φορείς ασθενειών. Ο χανταϊός, μια ομάδα αναπνευστικών και νεφρικών παθήσεων που είναι πάντα δυσάρεστες και συχνά θανατηφόρες, έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τα ποντίκια και τις κενώσεις τους.
- Bill Bryson, Στο σπίτι: Μια περιδιάβαση στην Ιστορία από δωμάτιο σε δωμάτιο, αρχική δημοσίευση: (2010), μετάφραση: Κωστής Πανσέληνος, εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, ISBN 9786180330168, @google.gr/books
- ※ Τα ποντίκια αποτελούν σημαντικούς φορείς ασθενειών. Ο χανταϊός, μια ομάδα αναπνευστικών και νεφρικών παθήσεων που είναι πάντα δυσάρεστες και συχνά θανατηφόρες, έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τα ποντίκια και τις κενώσεις τους.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)