πάλλαξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πάλλαξ πάλλακε πάλλακες
Γενική πάλλακος παλλάκοιν παλλάκων
Δοτική πάλλακι παλλάκοιν πάλλαξι(ν)
Αιτιατική πάλλακα πάλλακε πάλλακας
Κλητική πάλλαξ πάλλακε πάλλακες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάλλαξ < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάλλαξ αρσενικό ή θηλυκό

  1. νεαρόςλίγο μικρότερος -ή από έφηβος-η
  2. εραστής, ερωμένη

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]