πάμφθηνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]πάμφθηνος, -η, -ο
- πάρα πολύ φτηνός
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πάμφθηνος
|
πάμφθηνος, -η, -ο
|