πάνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάνα πάνες
γενική πάνας
αιτιατική πάνα πάνες
κλητική πάνα πάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάνα < πανί + < μεσαιωνική ελληνική πανίον < ελληνιστική κοινή πάννος < λατινική pannus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂n- (ύφασμα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpa.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάνα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]