Μετάβαση στο περιεχόμενο

πάντσο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Πάντσο

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πάντσο τα πάντσα
      γενική του πάντσου των πάντσων
    αιτιατική το πάντσο τα πάντσα
     κλητική πάντσο πάντσα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πάντσο < αγγλική banjo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πάντσο ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]