πάπυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάπυρος πάπυροι
γενική παπύρου
& πάπυρου
παπύρων
& πάπυρων
αιτιατική πάπυρο παπύρους
& πάπυρους
κλητική πάπυρε πάπυροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάπυρος < αρχαία ελληνική πάπυρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάπυρος αρσενικό

  1. το φυτό Cyperus papyrus, ιθαγενές στην κοιλάδα του ποταμού Νείλου
  2. γραφική ύλη παρόμοια με το χαρτί, από τα φύλλα αυτού του φυτού
  3. έγγραφο γραμμένο σε ένα κομμάτι τέτοιας γραφικής ύλης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]