πάρδος
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πάρδος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πάρδος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πάρδος ουδέτερο (και σήμερα σε χρήση ως ιδιωματικό στα ποντιακά)
- (θηλαστικό ζώο) λεοπάρδαλη, πάνθηρας
- ※ 12ος αιώνας ⌘ Ανωνύμου, Διγενής Ακρίτης χφ Εσκοριάλ (15ος αιώνας), στίχ. 1073 (1073-1076), @dimodis.greeklanguage.gr
- Δώδεκα πάρδους διαλεκτοὺς ἀπὸ Συρίαν ἀπέσω,
μουλάρια δώδεκα βλατὶν σελοχαλινωμένα,
καὶ χυμευτάρια ὁλόχρυσα, ὡς καὶ βαγίτσες δέκα
καὶ ἀτσουπάδας δώδεκα ὡς διὰ ὑποταγήν του.- Στυλιανός Αλεξίου (επιμ.), Βασίλειος Διγενής Ακρίτης και τα άσματα του Αρμούρη και του Υιού του Ανδρονίκου [Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, ΠΟ 51], Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1995.
- Δώδεκα πάρδους διαλεκτοὺς ἀπὸ Συρίαν ἀπέσω,
- ※ 14ος αιώνας, ⌘ Διήγησις παιδιόφραστος τῶν τετραπόδων ζώων, ανωνύμου, στίχ. 870 (870-876), στο Wilhelm Wagner, (επιμ.), Carmina graeca medii aevi, Teubner, Λειψία 1874, σ. 141-178.
- πάρδος γὰρ εἶμαι δυνατὸς, ὅλως ἀνδρειωμένος,
καὶ ὅλα τὰ τετράποδα ὅλα καταπονῶ τα.
εἰς δύο μου πηδήματα ἢ καὶ πολλάκις τρία
τὸ ζῶον, ὅποιον ἐστίν, φθάνω το καὶ κρατῶ το,
σφίγγω το μὲ τοὺς ὄνυχας, κι οὐ δύναται νὰ φύγῃ,
τρώγω το καὶ εὐφραίνομαι ἕως τὴν ὄρεξίν μου,
τὸ δ᾽ ἄλλον τὸ περίλοιπον ἀφίνω το καὶ φεύγω,
- πάρδος γὰρ εἶμαι δυνατὸς, ὅλως ἀνδρειωμένος,
- ※ 12ος αιώνας ⌘ Ανωνύμου, Διγενής Ακρίτης χφ Εσκοριάλ (15ος αιώνας), στίχ. 1073 (1073-1076), @dimodis.greeklanguage.gr
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- πάρδους (αιτιατική πληθυντικού)
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- Δημώδης Γραμματεία στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2015. Από τον Διγενή Ακρίτη (12ος αιώνας) έως την πτώση της Κρήτης (1669)
- πάρδος - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- σελ.165, Τόμος 15 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
- πάρδος - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | πάρδος | οἱ | πάρδοι | ||||
| γενική | τοῦ | πάρδου | τῶν | πάρδων | ||||
| δοτική | τῷ | πάρδῳ | τοῖς | πάρδοις | ||||
| αιτιατική | τὸν | πάρδον | τοὺς | πάρδους | ||||
| κλητική ὦ! | πάρδε | πάρδοι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πάρδω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | πάρδοιν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πάρδος < (άμεσο δάνειο) λατινική pardus < αρχαία ελληνική πάρδαλις (αντιδάνειο)[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πάρδος, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή) (μεταγενέστερος τύπος του πάρδαλις)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πάρδος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- πάρδος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Θηλαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ζώα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Διγενή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Δάνεια από τα λατινικά (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντιδάνεια (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Θηλαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Ζώα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)