πάρειμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

πάρειμι < παρά (πάρ) + εἰμί

Ρήμα[επεξεργασία]

πάρειμι

  1. είμαι κοντά, δίπλα, συντροφεύω
  2. είμαι παρών, παρευρίσκομαι

Κλίση[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

πάρειμι < παρά (πάρ) + εἶμι (έρχομαι, πηγαίνω)

Ρήμα[επεξεργασία]

πάρειμι

  1. προσπερνώ, περνάω από δίπλα
    (για στόλο) παραπλέω
  2. (+ αιτιατική του τόπου) διέρχομαι μέσα από
  3. ξεπερνώ
  4. εισέρχομαι μπαίνω

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]