πάσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάσα πάσες
γενική πάσας
αιτιατική πάσα πάσες
κλητική πάσα πάσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. πάσα (ουσιαστικό) < πασάρω + (αναδρομικός σχηματισμός) < ιταλική passare < λατινική passum, σουπίνο του pando < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peth₂-
  2. πάσα (αντωνυμία) < πασαένας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpa.sa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάσα θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) η μεταβίβαση
  2. (ειδικότερα) (αθλητισμός) η μεταβίβαση της μπάλας σε συμπαίκτη, σύμφωνα με τους αντίστοιχους κανονισμούς για κάθε άθλημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

πάσα άκλιτο

  1. (λαϊκότροπο) κάθε

Open book 01.svg Κλιτή μορφή αντωνυμίας[επεξεργασία]

πάσα θηλυκό

  1. θηλυκό του πας