πάστα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : παστά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάστα < ιταλική pasta < υστερολατινική pasta < ελληνιστική κοινή παστά, ουδέτερο του παστός < αρχαία ελληνική πάσσω (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷeh₁t- (αναδεύω, κουνώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάστα θηλυκό

  1. είδος αλοιφής ή άλλης εύπλαστης μάζας, που προκύπτει από την ανάμειξη διαφόρων υλικών και χρησιμοποιείται για ποικίλους σκοπούς
  2. (μεταφορικά) ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή τα διάφορα έμφυτα) χαρακτηριστικά του
  3. (γαστρονομία) είδος γλυκού (συνήθως προϊόν ζαχαροπλαστικής) που αποτελείται κατά βάση από στρώσεις από παντεσπάνι ή σαβαγιάρ, κρέμα, σαντιγί κι άλλα υλικά (π.χ. φρούτα) κι απαντάται σε διάφορες παραλλαγές
    Nuvola apps noatun.png Υποκοριστικά παστάκι, παστούλα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]