Μετάβαση στο περιεχόμενο

πάταλα

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πάταλα < (ηχομιμητική λέξη). Δείτε και σάταλα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πάταλα άκλιτο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]