πάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πάγω, παγαίνω, πηγαίνω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάω < μεσαιωνική ελληνική πάγω < αρχαία ελληνική ὑπάγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πάω

  1. πηγαίνω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. πάω πάσο: τα παρατάω, εγκαταλείπω μία προσπάθεια, αρνούμαι να μπλέξω σε μια υπόθεση, δεν εκφράζω γνώμη για κάποιο θέμα, κλπ.

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η ελλειπτική μορφή πα' χρησιμοποιείται, κυρίως προφορικά, για οποιαδήποτε μορφή του πάω (πας, πάει, πάμε, πάτε, πάνε)
    λέω να πα' να φάω κάνα σουβλάκι
  • η μορφή πάω είναι ταυτόσημη με το πηγαίνω μόνο στον ενεστώτα (στους υπόλοιπους χρόνους το πάω χρησιμοποιείται για στιγμιαία κίνηση σε αντίθεση με τις μορφές που περιέχουν το "παγ-" ή το "πηγ-" οι οποίες χρησιμοποιούνται για εξακολουθητική κίνηση)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]