πέλω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : πελάζω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέλω < αρχαία ελληνική ρίζ. πελ-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πέλω , μέση φωνή πέλομαι

  1. είμαι
  2. υπάρχω

παράγωγα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

γνωμικά[επεξεργασία]

  • «ἂλλοτε μήτηρ πέλει ἡμέρη, ἂλλοτε μητρυί» (Ιωνικό)
  • νόσος στυγερή πέλεται δειλοῖσι καί βροτοῖσι
  • γῆρας καί θάνατος ἐπ΄ ἀνθρώποις πέλονται

σημείωση[επεξεργασία]

Το ρήμα είναι εύχρηστο κυρίως στο γ΄ εν. και πληθ. του ενεστ. (πέλει, πέλεται, πέλουσι, πέλονται)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • αγγλικό Βικιλεξικό[1]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]