πένθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πένθος τα πένθη
      γενική του πένθους των πενθών
    αιτιατική το πένθος τα πένθη
     κλητική πένθος πένθη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πένθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πένθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷendʰ-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpen.θos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πέν‐θος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πένθος ουδέτερο

  1. η οδύνη για το θάνατο αγαπημένου προσώπου
  2. η δημόσια και επίσημη έκφραση μεγάλης λύπης για το θάνατο κάποιου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
    ※ δεν θα κάνουμε φέτος γενέθλια, γιατί έχουμε πένθος
    ※ κηρύχτηκε τριήμερο πένθος για το θάνατο του πρώην πρωθυπουργού
  3. το μαύρο περιβραχιόνιο που φορούν οι άντρες σε ένδειξη πένθους ή άλλο σχετικό δηλωτικό πένθους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πενθεσ-
ονομαστική τὸ πένθος τὰ πένθη
πένθε
      γενική τοῦ πένθους
πένθεος
τῶν πενθῶν
πενθέων
      δοτική τῷ πένθει
πένθεῐ̈
τοῖς πένθεσ(ν)
    αιτιατική τὸ πένθος τὰ πένθη
πένθεα
     κλητική ! πένθος πένθη
πένθεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πένθει
πένθεε
γεν-δοτ τοῖν  πενθοῖν
πενθέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πένθος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷendʰ-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πένθος ουδέτερο

  1. λύπη, θλίψη
  2. πένθος για το θάνατο κάποιου
  3. δυστυχία

Πηγές[επεξεργασία]