πέντολο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρολόι εκκρεμές (πέντολο).

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέντολο < ιταλική pendolo (εκκρεμές) < λατινική pendulus < pendere

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɛn.dɔ.lɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέντολο ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]