πέος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | πέος | τα | πέη |
| γενική | του | πέους | των | πεών |
| αιτιατική | το | πέος | τα | πέη |
| κλητική | πέος | πέη | ||
| Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέος[1][2][3].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpe.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πέ‐ος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πέος ουδέτερο
- (ανατομία) το όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα
- ※ Γιώργος Σεφέρης, Μαθιός Πασχάλης, Τα εντεψίζικα
- Ήταν ένα πέος στη Δήλο / που ψήλωνε κάτω απ’ τον ήλιο
- ※ Γιώργος Σεφέρης, Μαθιός Πασχάλης, Τα εντεψίζικα
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συνηθισμένες ονομασίες
Χυδαίες ονομασίες
και τα μεγεθυντικά τους
Ουδέτερες ονομασίες
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πέος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ πέος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ πέος - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | πέος | τὰ | πέη - πέεᾰ |
| γενική | τοῦ | πέους - πέεος | τῶν | πεῶν - πεέων |
| δοτική | τῷ | πέει - πέεῐ̈ | τοῖς | πέεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | πέος | τὰ | πέη - πέεα |
| κλητική ὦ! | πέος | πέη - πέεα | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πέει - πέεε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | πεοῖν - πεέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pes-.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pé.os/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πέ‐ος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πέος, -ους ουδέτερο
- (ανατομία) το πέος· το όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, στίχ. 739 (736-740)
- ΒΔ. καὶ μὴν θρέψω γ᾽ αὐτὸν παρέχων | ὅσα πρεσβύτῃ ξύμφορα, χόνδρον | λείχειν, χλαῖναν μαλακήν, σισύραν, | πόρνην, ἥτις τὸ πέος τρίψει | καὶ τὴν ὀσφῦν.
- ΒΔΕ. Θα τον ζήσω καλά· όσα ποθεί | ένας γέρος, θα τα ᾽χει· χυλό, | μια γουνίτσα, παλτό μαλακό, | μια κοπέλα καλή, που εντριβές | να του κάνει στη μέση κι αλλού.
- Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greek‑language.gr
- ΒΔ. καὶ μὴν θρέψω γ᾽ αὐτὸν παρέχων | ὅσα πρεσβύτῃ ξύμφορα, χόνδρον | λείχειν, χλαῖναν μαλακήν, σισύραν, | πόρνην, ἥτις τὸ πέος τρίψει | καὶ τὴν ὀσφῦν.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, στίχ. 739 (736-740)
Πηγές
[επεξεργασία]- πέος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πέος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δάσος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βέλος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pes- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)