Μετάβαση στο περιεχόμενο

πέος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σπέος, Πέος, Πεῶς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πέος τα πέη
      γενική του πέους των πεών
    αιτιατική το πέος τα πέη
     κλητική πέος πέη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Εικόνα ανδρικού πέους.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέος[1][2][3].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpe.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πέος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέος ουδέτερο

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συνηθισμένες ονομασίες

Χυδαίες ονομασίες

και τα μεγεθυντικά τους

Ουδέτερες ονομασίες

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πέος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. πέος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. πέος -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πέος τὰ πέη - πέε
      γενική τοῦ πέους - πέεος τῶν πεῶν - πεέων
      δοτική τῷ πέει - πέεῐ̈ τοῖς πέεσ(ν)
    αιτιατική τὸ πέος τὰ πέη - πέεα
     κλητική ! πέος πέη - πέεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πέει - πέεε
γεν-δοτ τοῖν  πεοῖν - πεέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pes-.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pé.os/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πέος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέος, -ους ουδέτερο