πέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πέος τα πέη
      γενική του πέους των πεών
    αιτιατική το πέος τα πέη
     κλητική πέος πέη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική πέος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέος ουδέτερο, μόνο στον ενικό

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συνηθισμένες ονομασίες...

Χυδαίες ονομασίες...

και τα... υπερθετικά τους...

Πιο... ουδέτερες ονομασίες...

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pes-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέος ουδέτερο

Πηγές[επεξεργασία]