Μετάβαση στο περιεχόμενο

πέπλος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ πέπλος αἱ πέπλοι
      γενική τῆς πέπλου τῶν πέπλων
      δοτική τῇ πέπλῳ ταῖς πέπλοις
    αιτιατική τὴν πέπλον τὰς πέπλους
     κλητική ὦ! πέπλε πέπλοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πέπλω
γεν-δοτ τοῖν  πέπλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέπλος < με αναδιπλασιασμό του θέματος πλ- που συναντάμε στο πλέκω, στο ἁπλοῦς αν συνδέεται με την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pel-, διπλώνω (παραβάλετε τον σχηματισμό του κύ-κλ-ος)[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέπλος, -ου θηλυκό

  1. (ενδυμασία) οποιοδήποτε υφασμάτινο ρούχο που χρησιμοποιείται ως κάλυμμα, σεντόνι, χαλί, παραπέτασμα, πέπλο
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 194
    ἀμφὶ δὲ πέπλοι πέπτανται·
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 7 (η. Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν.), στίχ. 96
    ἔνθ' ἐνὶ πέπλοι λεπτοὶ ἐΰννητοι βεβλήατο, ἔργα γυναικῶν.
  2. (ενδυμασία) αμάνικο φόρεμα που φοριόταν από τις γυναίκες πάνω από τον χιτώνα, και έπεφτε σχηματίζοντας πτυχές στο σώμα
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 734
    Αὐτὰρ Ἀθηναίη κούρη Διὸς αἰγιόχοιο πέπλον μὲν κατέχευεν ἑανὸν πατρὸς ἐπ’ οὔδει ποικίλον, ὅν ῥ’ αὐτὴ ποιήσατο καὶ κάμε χερσίν·
  3. (ενδυμασία) ανδρικό ένδυμα, ιδίως λέγεται για τα μακρυά Περσικά ενδύματα
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, Γ, 1.13
    ἔνθα δὴ ὁ μὲν παῖς αὐτοῦ ὡς ἤκουσε ταῦτα, περιεσπάσατο τὴν τιάραν καὶ τοὺς πέπλους κατερρήξατο
  4. (ελληνιστική σημασία, ανατομία) το περιτόναιο
    ※  4ος κε αιώνας Άγνωστος, Ὀρφέως Ἀργοναυτικά, 312, @el.wikisource
    ἐν δ’ ἄρ’ ὕπερθε πέπλῳ παρκατέθηκα θεοῖς ἐπινήχυτα δῶρα.
  5. (φυτό) Ευφορβία η πέπλος, η γαλατσίδα
    ≈ συνώνυμα: τιθύμαλος

Παράγωγα

[επεξεργασία]


Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.