πέραμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέραμα περάματα
γενική περάματος περαμάτων
αιτιατική πέραμα περάματα
κλητική πέραμα περάματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέραμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέραμα ουδέτερο

  1. το πέρασμα, ιδίως η διάβαση καθώς και το σημείο από το οποίο αυτή γίνεται (σπάν.)
  2. είδος βάρκας ή σχεδίας που χρησιμοποιείται ως πορθμείο (παρωχ.)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]