Μετάβαση στο περιεχόμενο

πέρα βρέχει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέρα βρέχει < λείπει η ετυμολογία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpe.ɾa ˈvɾe.çi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πέρα βρέχει

Ρηματική έκφραση

[επεξεργασία]

πέρα βρέχει

  • (προφορικό, για πρόσωπο) δηλώνει απόλυτη αδιαφορία
    παράδειγμα Του είπανε ότι έχει πέσει ο τοίχος στην πίσω αυλή και αυτός πέρα βρέχει, σαν να μην το άκουσε καθόλου.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]