πέρκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέρκα πέρκες
γενική πέρκας περκών
αιτιατική πέρκα πέρκες
κλητική πέρκα πέρκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πέρκα < αρχαία ελληνική πέρκη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpɛɾ.ka/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δύο πέρκες

πέρκα θηλυκό

  • ψάρι με πτερύγια σε χρώμα πορτοκαλί ή κόκκινο, σώμα πεπιεσμένο στις πλευρές, οι οποίες είναι πράσινες με σκουρόχρωμες κάθετες ραβδώσεις

32πχ Μεταφράσεις[]