πέρνα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | πέρνᾰ | αἱ | πέρναι | ||||
| γενική | τῆς | πέρνης | τῶν | περνῶν | ||||
| δοτική | τῇ | πέρνῃ | ταῖς | πέρναις | ||||
| αιτιατική | τὴν | πέρνᾰν | τὰς | πέρνᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | πέρνᾰ | πέρναι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πέρνᾱ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | πέρναιν | ||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- πέρνα < (άμεσο δάνειο) λατινική perna. Ζεύγος του πτέρνη.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πέρνα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- πέρνα < πέρνημι
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]πέρνα
- β' ενικό προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πέρνημι
Πηγές
[επεξεργασία]- πέρνα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γλῶσσα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δόξα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δόξα' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Δάνεια από τα λατινικά (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Τρόφιμα (ελληνιστική κοινή)
- Ρηματικοί τύποι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)