Μετάβαση στο περιεχόμενο

πέρνα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ πέρνᾰ αἱ πέρναι
      γενική τῆς πέρνης τῶν περνῶν
      δοτική τῇ πέρνῃ ταῖς πέρναις
    αιτιατική τὴν πέρνᾰν τὰς πέρνᾱς
     κλητική ὦ! πέρνᾰ πέρναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πέρνᾱ
γεν-δοτ τοῖν  πέρναιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
πέρνα < (άμεσο δάνειο) λατινική perna. Ζεύγος του πτέρνη.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέρνα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
πέρνα < πέρνημι

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

πέρνα

  • β' ενικό προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πέρνημι