πέρπιρας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πέρπιρας αρσενικό
- (ιδιωματικό, στη βόρεια Ελλάδα) η πεταλούδα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- έχω πέρπιρα στο κεφάλι - έχω τρέλα, δεν έχω μυαλό/φρονιμάδα, είμαι χαζός/επιπόλαιος
Παράγωγα
[επεξεργασία]- περπερίζω (ανοιγοκλείνω γρήγορα τα μάτια)
- Περπιράκης
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- Δημήτρης Τζήκας ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Π - Ερανιστής
- Ευανθία Δουγά-Παπαδοπούλου, Χρ. Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας : λεξιλόγιο - παραγωγικό, 2006, σελ. 468
- Πρακτικά: B' Σuμποσιο λαογραφίας του βορειοελλαδικου χώρου, 1975, σελ. 123
- Το λεξικό του Αρμανικού ιδιώματος του Μετσόβου του Φάνη Δασούλα, 3/5/2019