Μετάβαση στο περιεχόμενο

πέρπιρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πέρπιρας < αρωμουνική paperuna, με απώτατη προέλευση από τη λατινική pāpiliō (πεταλούδα) απ' όπου και το παπιγιόν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πέρπιρας αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]