πέτομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέτομαι < αρχαία ελληνική πέτομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

πέτομαι

  1. (για πτηνά, έντομα, τον νου και τη σκέψη) πετώ
  2. επαίρομαι, κομπάζω, καυχιέμαι


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέτομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peth₂- (πετώ)

Ρήμα[επεξεργασία]

πέτομαι

  1. (για τη φήμη) διαδίδομαι γρήγορα
  2. (για βέλη και ακόντια) κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα
  3. (για ανθρώπους) κινούμαι πολύ γρήγορα
  4. (σχετικά με την ελπίδα) παίρνω φτερά, παίρνω θάρρος
  5. (για χαρακτήρα) είμαι άστατος
  6. (για πτηνά, έντομα, τον νου και τη σκέψη) πετώ
  7. φτερουγίζω, γυρίζω άσκοπα εδώ κι εκεί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]