πέτσικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέτσικος < πετσί


πτώση ενικός
ονομαστική πέτσικος πέτσικη πέτσικο
γενική πέτσικου πέτσικης πέτσικου
αιτιατική πέτσικο πέτσικη πέτσικο
κλητική πέτσικε πέτσικη πέτσικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πέτσικοι πέτσικες πέτσικα
γενική πέτσικων πέτσικων πέτσικων
αιτιατική πέτσικους πέτσικες πέτσικα
κλητική πέτσικοι πέτσικες πέτσικα



Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πέτσικος

  1. (για νόμισμα) εκείνο το οπόιο είναι πλαστό, κίβδηλο.
    αυτό το νόμισμα είνα πέτσικο δηλαδή παραχαραγμένο
  2. (για ρούχο) εκείνο το οποίο είναι φτιαγμένο από κακής ποιότητας ύφασμα.
    ένα μπλε κοτλέ παντελόνι που είχα όταν ήμουν μικρός, ήταν πέτσικο και σκίστηκε τρεις μέρες μετά την αγορά του.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]