πήδημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πήδημα < αρχαία ελληνική πήδημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πήδημα

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του: πηδάω
    • η μεταφορά από ένα σημείο σε άλλο παρακάμπτοντας κάποιο εμπόδιο
    • η εκτίναξη και επαναφορά στο έδαφος, στο ίδιο ή σε άλλο σημείο
    • (οικείο) συνουσία

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πήδημα < πηδάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πήδημα ουδέτερο

  1. πήδημα, άλμα
    χὠ χιλίαρχος Δαδάκης πληγῇ δορὸς / πήδημα κοῦφον ἐκ νεὼς ἀφήλατο (Αισχύλου, Πέρσαι, 305)
  2. χτύπος της καρδιάς

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]