πήληξ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| πηληκ- | |||||
| ονομαστική | ἡ | πήληξ | αἱ | πήληκες | |
| γενική | τῆς | πήληκος | τῶν | πηλήκων | |
| δοτική | τῇ | πήληκῐ | ταῖς | πήληξῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὴν | πήληκᾰ | τὰς | πήληκᾰς | |
| κλητική ὦ! | πήληξ | πήληκες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πήληκε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | πηλήκοιν | |||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πήληξ, επικός (τεχνικός όρος) με κατάληξη -ηξ < πιθανό δάνειο. Οι αρχαίοι ετυμολογούσαν από πάλλω, χωρίς ετυμολογική βάση. [1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πήληξ θηλυκό
- (οπλισμός) κράνος, περικεφαλαία
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 608 (608-610)
- ἀμφὶ δὲ πήληξ | σμερδαλέον κροτάφοισι τινάσσετο μαρναμένοιο | Ἕκτορος·
- και, όπως πολεμούσε, | τρομακτικό στους μήλιγγες το κράνος εσειόνταν·
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ἀμφὶ δὲ πήληξ | σμερδαλέον κροτάφοισι τινάσσετο μαρναμένοιο | Ἕκτορος·
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 608 (608-610)
- το λοφίο του φιδιού
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- στα νέα ελληνικά: πηλήκιο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ s.v. «πηλήκιο» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- πήληξ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πήληξ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'φύλαξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλαξ' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Τεχνικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ηξ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Οπλισμός (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)