πήνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πήνη αἱ πῆναι
      γενική τῆς πήνης τῶν πηνῶν
      δοτική τῇ πήν ταῖς πήναις
    αιτιατική τὴν πήνην τὰς πήνᾱς
     κλητική ! πήνη πῆναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πήν
γεν-δοτ τοῖν  πήναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πήνη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)pen- (=νήθω, κλώθω)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πήνη θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]