πήρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πείρα, πυρά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

πήρα

  • πρώτο ενικό πρόσωπο του αορίστου του ρήματος παίρνω

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πήρα πήρα πῆραι
Γενική πήρας πήραιν πηρῶν
Δοτική πήρ πήραιν πήραις
Αιτιατική πήραν πήρα πήρας
Κλητική πήρα πήρα πῆραι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πήρα θηλυκό (και ιωνικός τύπος πήρη)

  • δισάκι, γυλιός, σακίδιο, σακούλι
    δῶκε δέ οἱ σκῆπτρον καὶ ἀεικέα πήρην, / πυκνὰ ῥωγαλέην (Όμηρος, Οδύσσεια, ν 437-438)
    πήραν ἔχοντα λάχανά τ᾽ ἄγρια δροσερά (Αριστοφάνης, Πλούτος, 298
    Σοφὸς γὰρ ἦν Αἴσωπος ὁ μυθοποιός, ὃς ἔφη τοὺς ἀνθρώπους δύο πήρας ἕκαστον φέρειν, τὴν μὲν ἔμπροσθεν, τὴν δὲ ὄπισθεν. Γέμειν δὲ κακῶν ἑκατέραν, ἀλλὰ τὴν μὲν ἔμπροσθεν τῶν ἀλλοτρίων, τὴν δὲ ὄπισθεν τῶν αὐτοῦ τοῦ φέροντος. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἄνθρωποι τὰ μὲν ἐξ αὐτῶν κακὰ οὐχ ὁρῶσι, τὰ δὲ ἀλλότρια πάνυ ἀκριβῶς θεῶνται (Θεμίστιος)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []