πήρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: πείρα, πυρά

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpi.ɾa/
ομόηχα: πύρα, πείρα
τονικό παρώνυμο: πυρά

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

πήρα



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πήρα πήρα πῆραι
Γενική πήρας πήραιν πηρῶν
Δοτική πήρ πήραιν πήραις
Αιτιατική πήραν πήρα πήρας
Κλητική πήρα πήρα πῆραι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πήρα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πήρα θηλυκό (και ιωνικός τύποςπήρη)

  • δισάκι, γυλιός, σακίδιο, σακούλι
    ※  δῶκε δέ οἱ σκῆπτρον καὶ ἀεικέα πήρην, / πυκνὰ ῥωγαλέην (Όμηρος, Οδύσσεια, ν 437-438)
    ※  πήραν ἔχοντα λάχανά τ᾽ ἄγρια δροσερά (Αριστοφάνης, Πλούτος, 298
    ※  Σοφὸς γὰρ ἦν Αἴσωπος ὁ μυθοποιός, ὃς ἔφη τοὺς ἀνθρώπους δύο πήρας ἕκαστον φέρειν, τὴν μὲν ἔμπροσθεν, τὴν δὲ ὄπισθεν. Γέμειν δὲ κακῶν ἑκατέραν, ἀλλὰ τὴν μὲν ἔμπροσθεν τῶν ἀλλοτρίων, τὴν δὲ ὄπισθεν τῶν αὐτοῦ τοῦ φέροντος. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἄνθρωποι τὰ μὲν ἐξ αὐτῶν κακὰ οὐχ ὁρῶσι, τὰ δὲ ἀλλότρια πάνυ ἀκριβῶς θεῶνται (Θεμίστιος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]