πίμπλημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: πίμπρημι

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίμπλημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pleh₁- (γεμίζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πίμπλημι (παθητική φωνή: πίμπλαμαι)

  1. γεμίζω
  2. (μεταφορικά) χορταίνω
  3. ικανοποιώ
  4. παθητική φωνή: πίμπλαμαι
    1. γεμίζω, πληρούμαι
    2. (μεταφορικά) καθίσταμαι έγκυος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]