πίνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίνα πίνες
γενική πίνας πινών
αιτιατική πίνα πίνες
κλητική πίνα πίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίνα < αρχαία ελληνική πῖνα
Pinna noblis shell & byssus.JPG

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίνα θηλυκό

  1. νόστιμο θαλασσινό μαλάκιο με τριγωνικό όστρακο (pinna nobilis)
    Τ’ αγόρια έφερναν από τις επιχειρήσεις τους αχινούς, γυαλιστερές και πότε πότε καμιά πίνα, που έκρυβε μέσα της γαρίδα φρουρό. (Ευγενία Φακίνου, Η μέθοδος της Ορλεάνης)

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]