πίσκαλα
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πίσκαλα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πίσκαλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παροιμίες
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πείσκαλα - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi
- σελ. 734, σελ. 888 - Αθανάσιος Α. Σακελλάριος (1826-1901). Τα Κυπριακά, Τόμος Β΄