Μετάβαση στο περιεχόμενο

πίσκαλα

Από Βικιλεξικό

Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πίσκαλα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πίσκαλα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]