πίστη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίστη πίστεις
γενική πίστης
& πίστεως
πίστεων
αιτιατική πίστη πίστεις
κλητική πίστη πίστεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίστη < αρχαία ελληνική πίστις < πείθω (θέμα πιθ-) (5. σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) crédit)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpi.sti/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίστη θηλυκό

  1. εμπιστοσύνη σε κάποιον, στις δυνατότητές του ή στις προθέσεις του
    έχω πίστη σ' αυτόν τον άνθρωπο
  2. η βεβαιότητα για την ύπαρξη του θεού και η εμπιστοσύνη σε αυτόν
    Η πίστη και οι πεποιθήσεις, επηρεάζουν την στάση μας απέναντι στον κόσμο, αλλά δεν μεταβάλλουν τον κοσμικό μηχανισμό παρά μόνο τον μικρόκοσμό μας. Βελτίωνε συνειδητά και όχι μέσω συμπτωματικά ηθικής μεταφυσικής δοξασίας.
    Σύμφωνα με την μελέτη, οι θρησκευτικές πίστεις φαίνονται παράλογες, αντιεπιστημονικές και αναπόδεικτες σε πολλούς έξυπνους ανθρώπους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αποστασιοποιούνται από τη θρησκεία. (*)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απιστία
  3. η ενεργός ένταξη σε μια θρησκεία
    δε με νοιάζει ποια είναι η πίστη σου
  4. η συζυγική πίστη, η αποφυγή ερωτικής επαφής με άλλον άνθρωπο εκτός από τον/την σύζυγο
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απιστία
  5. κοινωνικά και παραδοσιακά αποδεκτό εννοιοσύνολο ως αλήθεια
  6. το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις οικονομικές συναλλαγές
    η τραπεζική πίστη
  7. κάτι που πιστεύω
    είναι πίστη μου ότι αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα αντιληφθούν την αλήθεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

από το θέμα -πισ-

από το θέμα -πεισ- και -ποιθ-

από το θέμα -πιθ-

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]