πίτυς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίτυς < αρχαία ελληνική πίτυς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίτυς θηλυκό

  1. (καθαρεύουσα) (βοτανική) πεύκο
  2. (βοτανική) κουκουναριά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πίτυς πίτυε πίτυες
Γενική πίτυος πιτύοιν πιτύων
Δοτική πίτυϊ πιτύοιν πίτυσι(ν)
Αιτιατική πίτυν πίτυε πίτυς
Κλητική πίτυ πίτυε πίτυες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίτυς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pi-tu-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίτυς θηλυκό

  1. (βοτανική) πεύκο, πεύκη
    ἠὲ πίτυς βλωθρή, τήν τ' οὔρεσι τέκτονες ἄνδρες / ἐξέταμον πελέκεσσι νεήκεσι νήϊον εἶναι (Όμηρος, Ιλιάδα, 390-391)
  2. (βοτανική) κουκουναριά

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πίτυος δίκην ἐκτρίβομαι / πίτυος τρόπον ἐκτρίβομαι (=σαν πεύκο καταστρέφομαι -γιατί το πεύκο, αν κοπεί, δεν ξαναβλασταίνει)
    εἰ δὲ μή σφεας πίτυος τρόπον ἀπείλεε ἐκτρίψειν. 2 πλανωμένων δὲ τῶν Λαμψακηνῶν ἐν τοῖσι λόγοισι τὸ θέλει τὸ ἔπος εἶναι τό σφι ἀπείλησε ὁ Κροῖσος, πίτυος τρόπον ἐκτρίψειν, μόγις κοτὲ μαθὼν τῶν τις πρεσβυτέρων εἶπε τὸ ἐόν, ὅτι πίτυς μούνη πάντων δενδρέων ἐκκοπεῖσα βλαστὸν οὐδένα μετιεῖ ἀλλὰ πανώλεθρος ἐξαπόλλυται. (Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 6, 37)