παίδεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παίδεμα παιδέματα
γενική παιδέματος παιδεμάτων
αιτιατική παίδεμα παιδέματα
κλητική παίδεμα παιδέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παίδεμα < παιδεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παίδεμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του παιδεύομαι, η ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος ο οποίος αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην επιτέλεση ενός ορισμένου έργου


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]