παγίως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παγίως < πάγιος

Επίρρημα[επεξεργασία]

παγίως

  1. (καθαρεύουσα) πάγιαδείτε τη λέξη 

Μεταφράσεις[επεξεργασία]