παγερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παγερός η παγερή το παγερό
      γενική του παγερού της παγερής του παγερού
    αιτιατική τον παγερό την παγερή το παγερό
     κλητική παγερέ παγερή παγερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παγεροί οι παγερές τα παγερά
      γενική των παγερών των παγερών των παγερών
    αιτιατική τους παγερούς τις παγερές τα παγερά
     κλητική παγεροί παγερές παγερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παγερός < πάγος + -ερός

Επίθετο[επεξεργασία]

παγερός, -ή, -ό

  1. που σε κάνει να παγώνεις από το κρύο
    η νύχτα ήταν παγερή και η φωτιά από τα χαρτόκουτα δεν ήταν αρκετή για να ζεστάνει τους άστεγους κάτω από τη γέφυρα
     συνώνυμα: ψυχρός, παγωμένος
  2. που εκφράζει αδιαφορία ή εχθρότητα
    παγερό χαμόγελο, παγερό χειροκρότημα
     αντώνυμα: θερμός, ζεστός


Μεταφράσεις[επεξεργασία]