παγοθραύστης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παγοθραύστης < πάγος + θραύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παγοθραύστης ουδέτερο

  1. προεξέχον στέλεχος στην πλώρη ενός πλοίου που προκαλεί το σπάσιμο των πάγων που επιπλέουν
  2. (συνεκδοχικά) το παγοθραυστικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]