παθογόνο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | παθογόνο | τα | παθογόνα |
| γενική | του | παθογόνου | των | παθογόνων |
| αιτιατική | το | παθογόνο | τα | παθογόνα |
| κλητική | παθογόνο | παθογόνα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παθογόνο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παθογόνος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pathogen)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παθογόνο ουδέτερο
- (ιατρική) μικροοργανισμός ή παράγοντας που προκαλεί ασθένεια ή βλάβη στον οργανισμό που προσβάλλει
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)