παθολογικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παθολογικός παθολογική παθολογικό
γενική παθολογικού παθολογικής παθολογικού
αιτιατική παθολογικό παθολογική παθολογικό
κλητική παθολογικέ παθολογική παθολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παθολογικοί παθολογικές παθολογικά
γενική παθολογικών παθολογικών παθολογικών
αιτιατική παθολογικούς παθολογικές παθολογικά
κλητική παθολογικοί παθολογικές παθολογικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παθολογικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παθολογικός

  1. που αναφέρεται στην παθολογία ενός ζωντανού οργανισμού
  2. που αποτελεί παρέκκλιση από την κανονική λειτουργία, είναι αποτέλεσμα ή ένδειξη μιας ασθένειας ή δυσλειτουργίας
  3. που κάνει κάτι αρνητικό καθ' έξη
    παθολογικός ψεύτης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]