παιδαγωγός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παιδαγωγός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παιδαγωγός < παῖς + ἀγωγός < ἄγω. Συγχρονικά αναλύεται σε παιδ- + -αγωγός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παιδαγωγός αρσενικό ή θηλυκό
- (ιστορία) ο δούλος που συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο
- (επάγγελμα) ο επιστήμονας της παιδαγωγικής
- ※ Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)
- ο γονέας ή ο δάσκαλος που συμβάλλει με θετικό τρόπο στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στην αρχαιότητα
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | παιδαγωγός | οἱ | παιδαγωγοί |
| γενική | τοῦ | παιδαγωγοῦ | τῶν | παιδαγωγῶν |
| δοτική | τῷ | παιδαγωγῷ | τοῖς | παιδαγωγοῖς |
| αιτιατική | τὸν | παιδαγωγόν | τοὺς | παιδαγωγούς |
| κλητική ὦ! | παιδαγωγέ | παιδαγωγοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | παιδαγωγώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | παιδαγωγοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]παιδαγωγός αρσενικό
- ο δούλος που συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο
- (μεταφορικά) (επάγγελμα) δάσκαλος
- (μεταφορικά) καθοδηγητής στην πίστη
- (μεταφορικά) ηγέτης, αρχηγός
Πηγές
[επεξεργασία]- παιδαγωγός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- παιδαγωγός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα παιδ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αγωγός (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα παιδ- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αγωγός (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Επαγγέλματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)