παιδεραστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παιδεραστής παιδεραστές
γενική παιδεραστή παιδεραστών
αιτιατική παιδεραστή παιδεραστές
κλητική παιδεραστή παιδεραστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παιδεραστής < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.ðɛ.ɾa.ˈstis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παιδεραστής αρσενικό (θηλυκό: παιδεράστρια)

  1. αυτός που επιδιώκει σεξουαλική επαφή με παιδιά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • τεκνογάμης: 1. παιδεραστής γονέας ή κηδεμόνας, 2. μεσήλικας ή ηλικιωμένος που συνουσιάζεται με νεαρά άτομα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]