παιδιαρίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pe.ðʝaˈɾi.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : παι‐δια‐ρί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]παιδιαρίζω
- φέρομαι σαν παιδί, ενώ δεν το επιτρέπει η ηλικία μου
- ※ ενεργούν και πράττουν όπως αυτοί οι νεαροί που κάθονται εκεί κάτω, στην καφετέρια, στην άκρη της προκυμαίας. Φλερτάρουν με τα λόγια και παιδιαρίζουν με καμώματα ερωτικά, αλλά ποτέ, μα ποτέ, δεν προχωρούν. (Γιώργος Μανιώτης, Το άχρηστο βιβλίο, 1998, σελ. 77)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ παιδιαρίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας