Μετάβαση στο περιεχόμενο

παιδικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παιδικός η παιδική το παιδικό
      γενική του παιδικού της παιδικής του παιδικού
    αιτιατική τον παιδικό την παιδική το παιδικό
     κλητική παιδικέ παιδική παιδικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παιδικοί οι παιδικές τα παιδικά
      γενική των παιδικών των παιδικών των παιδικών
    αιτιατική τους παιδικούς τις παιδικές τα παιδικά
     κλητική παιδικοί παιδικές παιδικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παιδικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παιδικός (για παιδί) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική infantile[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pe.ðiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παιδικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

παιδικός -ή -ό

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στο παιδί
    παράδειγμα  παιδικό παιχνίδι
  2. (μεταφορικά) αθώος, αγνός
    παράδειγμα  η Μαρία έχει παιδική ψυχή

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη παιδί

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • παιδικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική παιδικός παιδική τὸ παιδικόν
      γενική τοῦ παιδικοῦ τῆς παιδικῆς τοῦ παιδικοῦ
      δοτική τῷ παιδικ τῇ παιδικ τῷ παιδικ
    αιτιατική τὸν παιδικόν τὴν παιδικήν τὸ παιδικόν
     κλητική ! παιδικέ παιδική παιδικόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ παιδικοί αἱ παιδικαί τὰ παιδικᾰ́
      γενική τῶν παιδικῶν τῶν παιδικῶν τῶν παιδικῶν
      δοτική τοῖς παιδικοῖς ταῖς παιδικαῖς τοῖς παιδικοῖς
    αιτιατική τοὺς παιδικούς τὰς παιδικᾱ́ς τὰ παιδικᾰ́
     κλητική ! παιδικοί παιδικαί παιδικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ παιδικώ τὼ παιδικᾱ́ τὼ παιδικώ
      γεν-δοτ τοῖν παιδικοῖν τοῖν παιδικαῖν τοῖν παιδικοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

παιδικός < (παῖς) παιδ- + -ικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

παιδικός, -ή, -όν

  1. που αφορά ή αρμόζει σε παιδί
  2. παιγνιώδης