παιδοφθόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ παιδοφθόρος τὸ παιδοφθόρον οἱ, αἱ παιδοφθόροι τὰ παιδοφθόρα
Γενική τοῦ, τῆς παιδοφθόρου τοῦ παιδοφθόρου τῶν παιδοφθόρων τῶν παιδοφθόρων
Δοτική τῷ, τῇ παιδοφθόρῳ τῷ παιδοφθόρῳ τοῖς, ταῖς παιδοφθόροις τοῖς παιδοφθόροις
Αιτιατική τὸν, τὴν παιδοφθόρον τὸ παιδοφθόρον τοὺς, τὰς παιδοφθόρους τὰ παιδοφθόρα
Κλητική παιδοφθόρε παιδοφθόρον παιδοφθόροι παιδοφθόρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική παιδοφθόρω
Γενική-Δοτική παιδοφθόροιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παιδοφθόρος < παῖς και φθείρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παιδοφθόρος, -ος, -ον

  1. αυτός που φθείρει παιδιά, τέκνα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]