πακτωλός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πακτωλός πακτωλοί
γενική πακτωλού πακτωλών
αιτιατική πακτωλό πακτωλούς
κλητική πακτωλέ πακτωλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πακτωλός < Πακτωλός, ποτάμι της Μ.Ασίας πλούσιο σε ψήγματα χρυσού κατά την αρχαιότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πακτωλός αρσενικό

πακτωλός χρημάτων, πακτωλός υποσχέσεων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]