παλάσκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλάσκα παλάσκες
γενική παλάσκας (παλασκών)
αιτιατική παλάσκα παλάσκες
κλητική παλάσκα παλάσκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλάσκα < τουρκική palaska < αρχαία γερμανική flaska

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλάσκα θηλυκό 1.θήκη φυσιγγίων 2.κυνηγετικός σάκος


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]