παλαβός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλαβός < παλάβρα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παλαβός, -ή, -ό

  1. τρελός, ανισόρροπος
  2. που κάνει τρέλες, που δεν είναι σοβαρός στη συμπεριφορά του

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είναι τρελός και παλαβός για κάποιαν: την θέλει πολύ, είναι πολύ ερωτευμένος μαζί της
  • κάνω την παλαβή: προσποιούμαι ότι δεν με ενδιαφέρει κάτι προσπαθώντας να μην υποβληθώ σε ένα κόπο
  • κάνει τα παλαβά του: κάνει παλαβωμάρες


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]