παλαιοβοτανική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλαιοβοτανική < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλαιοβοτανική θηλυκό

  1. κλάδος της παλαιοντολογίας που μελετά τα απολιθώματα των φυτών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]