Μετάβαση στο περιεχόμενο

παλαιοκλιματικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παλαιοκλιματικός η παλαιοκλιματική το παλαιοκλιματικό
      γενική του παλαιοκλιματικού της παλαιοκλιματικής του παλαιοκλιματικού
    αιτιατική τον παλαιοκλιματικό την παλαιοκλιματική το παλαιοκλιματικό
     κλητική παλαιοκλιματικέ παλαιοκλιματική παλαιοκλιματικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παλαιοκλιματικοί οι παλαιοκλιματικές τα παλαιοκλιματικά
      γενική των παλαιοκλιματικών των παλαιοκλιματικών των παλαιοκλιματικών
    αιτιατική τους παλαιοκλιματικούς τις παλαιοκλιματικές τα παλαιοκλιματικά
     κλητική παλαιοκλιματικοί παλαιοκλιματικές παλαιοκλιματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παλαιοκλιματικός < παλαιο- + κλιματικός Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.le.o.kli.ma.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παλαιοκλιματικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

παλαιοκλιματικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]